Κυριακή

Εἶναι Κυριακή, κάνει ζέστη, καθόμαστε μέ τόν ἑξάχρονο γιό μου στό σπίτι καί διαβάζουμε ἕνα βιβλίο. Οὐσιαστικά τό βιβλίο τό διαβάζω ἐγώ, ὁ γιός μου κοιτάζει τίς στέγες τῶν σπιτιῶν, ὅπου ὑπάρχουν περιστέρια.

Εἶναι ἥσυχα. Εἶναι ἔρημα. Κυριακή.

– Καλά – λέει ὁ γιός μου, – ἀλλά ἐάν πάρουμε φτερά ἀπό τόν κύκνο;

Κουνάω σιωπηλά τό κεφάλι. – Ὄχι. Δέν γίνεται.

– Καί ἀπό τόν ἀετό;

– Καί ἀπό τόν ἀετό, ὄχι – γνέφω ἀρνητικά.

– Ἀλλά αὐτός εἶναι ὁ Βασιλιάς τῶν πουλιῶν! λέει ὁ γιός μου.

– Δέν ἔχει καμιά σημασία – λέω – Βασιλιάς ἤ ὄχι.

Ὁ μικρός ζαρώνει τά χείλη, σκέφτεται. Ἐγώ διαβάζω τό βιβλίο καί προσπαθῶ νά ἐμβαθύνω στά νοήματά του, ἀλλά πάλι δέν μπορῶ.

– Ὁ ἄλμπατρος; ρωτάει μέ ἐλπίδα ὁ γιός μου. Αὐτός ἔχει μεγάλα φτερά;

– Ὄχι – κουνῶ τό κεφάλι – Παραλογισμός!

Ὁ μικρός ἀρχίζει νά σκέφτεται. Κουνάω πάλι τό κεφάλι.

– Τότε τί κάνουμε; Ρωτάει ἀπελπισμένα ἐκεῖνος. Ποῦ θά βρῶ φτερά; Θέλω νά πετάξω. Θέλω νά πάρω φτερά ἀπό κάποια πουλιά, νά τά δέσω στά χέρια μου καί νά πετάξω.

– Γιατί δέν πετᾶς μέ τό ἀεροπλάνο; Τόν ρωτάω. Καί ἐάν ἀκόμη βρεῖς φτερά καί τά δέσεις, πάλι αὐτά θά λυγίζουν, ἔτσι ὅπως θά εἶναι μακριά καί λεπτά. Ἀγόρασε ἕνα εἰσιτήριο γιά ἀεροπλάνο, κάθησε στήν πολυθρόνα, διάβασε, πιές καφέ… μπορεῖ μάλιστα καί νά ἀποκοιμηθεῖς γιά λίγο.

– Δέν γίνεται, κουνάει τό κεφάλι ὁ ἑξάχρονος.

– Γιατί δέν γίνεται; Θά σοῦ δώσω χρήματα.

– Διότι τό ἀεροπλάνο θά πετάει, ὄχι ἐγώ. Ἔτσι, ἐγώ θά μεταφέρομαι. Ἐγώ ὅμως θέλω νά πετῶ.

– Ἐσύ θά πετᾶς μ᾽ αὐτό!

– Ὄχι, ἐγώ θέλω νά πετάω μόνος μου.

– Τί γενιά! τοῦ λέω. Τοῦ δίνεις ἀεροπλάνο, ὅλες τίς ἀνέσεις, ἀεροσυνοδούς, ποτά, σοκολάτες, καί αὐτός θέλει μόνος.

– Ἀλλα αὐτό εἶναι τό ἴδιο σά νά εἶσαι στό σπίτι – λέει ὁ μικρός – ποια ἡ διαφορά; Ὁρῖστε ἐσύ τώρα κάθεσαι στην πολυθρόνα, διαβάζεις, πίνεις καφέ… ἐγώ θέλω νά πετάξω, δέ θέλω νά πίνω καφέ!

– Φτάνουν πιά αὐτές οἱ ἀνοησίες, τόν μαλώνω. Ὅλο τό πρωινό ὅλο τά ἴδια ἐπαναλαμβάνεις: φτερά, ἀέρας, θέλω νά πετάξω… Τά ἀεροπλάνα πετοῦν. Τά πουλιά πετοῦν. Οἱ ἄνθρωποι περπατοῦν στη γῆ.

Ὁ μικρός σουφρώνει πεισματάρικα τά χείλη καί πηγαίνει στη γωνία νά σκεφτεῖ πῶς μπορεῖ νά πετάξει.

Ἐγώ διαβάζω τό βιβλίο, ἀλλά τά γράμματα συνεχῶς διασκορπίζονται μπροστά στά μάτια μου. Θά πετάξει! – σκέφτομαι – παιδιάστικες δουλειές – ! Δέ βρίσκει κάτι πιό λογικό νά καταπιαστεῖ; Νά τελειώσει κάποια δουλειά; Κάθεται καί σκέπτεται ἀνοησίες. Θά πετάξει! Ἐγώ ὅταν ἤμουνα στά δικά του χρόνια… Καί ξαφνικά θυμᾶμαι τό μικρό σπίτι, ὁ ἄσπρος ἀνθος τῆς κερασιᾶς. Ἐγώ κάθομαι ἀνάμεσα στους κλώνους καί ἁπλώνω τά χέρια μου, θέλω νά πετάξω… ἐνδιαφέρον – πότε σταμάτησα νά θέλω; Πότε σταμάτησα νά τό σκέφτομαι; Ἡ κερασιά ἔχει καρπό, οἱ φθινοπωρινές βροχές ἀνταλλάσονται μέ τίς ἀνοιξιάτικες, ἔπειτα τό σπίτι ἄρχισε νά μικραίνει, μίκραινε καί ἡ αὐλή, καί οἱ ἄνθρωποι σ᾽ αὐτό λιγόστευαν, ὅπως ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπό κάτι… καί ἐμεῖς γίναμε μεγάλοι. Ἐμεῖς γίναμε μεγάλοι καί τά φτερά ξεκόλλησαν κάπου χωρίς ἐμᾶς.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σκέφτεται αὐτά – σπίτι, οἰκογένεια, φροντίδες, παιδιά, δουλειά – δέν ἔχει ἀνάγκη νά φανταστεῖ. Ὅταν πρέπει νά πετάξουμε, πετᾶμε μέ τά ἀεροπλάνα τῆς ἀερογραμμῆς «Μπαλκάν».

Ἀλλά τότε, ἐκεῖ, ἀνάμεσα στους κλώνους τῆς κερασιᾶς; Αὐτό τί ἦταν; Καί γιατί δέν τό ξεχνᾶμε; Γιατί πάντα τό σκέφτομαι;

– Ἀνοησίες, λέω, τί ἀνοησίες ἔρχονται στόν ἄνθρωπο τήν Κυριακή. Γρήγορα νά ἔρθει Δευτέρα.

Μετάφραση Βασίλης Σκουβάκλης